Τετάρτη, 29 Νοεμβρίου 2017

Γ. Μαρής : «Υπόθεση εκβιασμού» & «Τα χέρια της Αφροδίτης»

Τον τελευταίο καιρό διάβασα δύο από τα μυθιστορήματα του Γιάννη Μαρή, που έχουν κεντρικό ήρωα τον αστυνόμο Μπέκα.



      Πριν λίγες εβδομάδες ξεκίνησα με την «Υπόθεση εκβιασμού», η οποία με είχε ενθουσιάσει. Παρά το ότι -λόγω περιορισμένου χρόνου- το είχα ολοκληρώσει σε διάστημα άνω των 10 ημερών, εντούτοις κάθε φορά που καταπιανόμουν, η αγωνία κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης όλο και μεγάλωνε. Ο Μαρής εξαιρετικά μαεστρικά ξεδιπλώνει, στο βιβλίο ετούτο, το κουβάρι των αποκαλύψεων· εντελώς φυσικά και χωρίς ουρανοκατέβατα ευρήματα. Κατά τη γνώμη μου, πρόκειται για ένα κορυφαίο αστυνομικό μυθιστόρημα.




         Πιο πρόσφατα διάβασα «Τα χέρια της Αφροδίτης».
Ξεκινάει με την γνωστή συνταγή του Μαρή : διάφορα γεγονότα διαδραματίζονται και ο Μπέκας δεν κάνει την εμφάνισή τουαπό νωρίς, αλλά μετά από μερικές δεκάδες σελίδες. Η αφήγηση είναι κοφτή και «to the point», χωρίς σάλτσες και «λογοτεχνικές φιοριτούρες». Απλά και λιτά σε βάζει ολότελα μέσα στην ιστορία και σε κάνει να σκέφτεσαι πως -αν δεν κόψεις ρυθμό- τότε σε λίγες ώρες θα είσαι ήδη σε αναζήτηση του επόμενου αναγνώσματος (!).
         Περίπου από τη μέση και μετά, όμως, η πλοκή παίρνει διαφορετική πορεία. Ενώ  μέχρι εκείνο το σημείο παρακολουθούσαμε την προσπάθεια επίλυσης του γρίφου μέσω της αναζήτησης στοιχείων και ανασύνθεσης γεγονότων με στόχο να συμπληρωθεί η μεγάλη εικόνα (βλ. ΄whodunit΄ & ΄whydunnit΄), η συνέχεια αφιερώνεται στο παρόν και από εκεί και πέρα παρακολουθούμε σε ζωντανό χρόνο μια περιπέτεια (του στυλ «περιπέτεια καταδίωξης»). Η γραφή είναι κινηματογραφική και ταιριάζει απόλυτα με την αλλαγή της πλοκής, όμως, προσωπικά, στα αστυνομικά δεν προτιμώ την  αγωνία της περιπέτειας, αλλά την αγωνία για την λύση του γρίφου –και γι’αυτόν τον λόγο, το συγκεκριμένο με άφησε με μια μέτρια επίγευση.
 



Περισσότερα για τον Μαρή :

Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2016

«Πώς να κάνεις φίλους» - Άντριου Μάθιους

Πριν από τρία χρόνια είχα γράψει ένα κείμενο για την αναπάντεχη χαρά που αισθάνεσαι όταν εντελώς απρογραμμάτιστα αγοράζεις ένα βιβλίο που δεν ήξερες και αργότερα αποδεικνύεται διαμαντάκι.

Έτσι έγινε και πριν λίγες εβδομάδες, όταν σε ένα παλαιοβιβλιοπωλείο έπεσε το μάτι μου σε ένα βιβλίο ψυχολογίας με αφελές εξώφυλλο και με έναν από τους χειρότερους πιθανούς τίτλους. Δεν ξέρω τι με ώθησε να το ξεφυλλίσω, αλλά όταν διάβασα μερικές γραμμές, κατάλαβα ότι δεν πρόκειται για τις συνήθεις ανεφάρμοστες κοινοτοπίες που συγκέντρωσε κάποιος απλώς και μόνο για να δηλώνει εκείνος συγγραφέας και για να νομίζουν οι αναγνώστες ότι θα αλλάξουν δραστικά τη ζωή τους.


εκδ. Καστανιώτη - σελ. 201
μτφ. Νάσια Ποταμιάνου


Στην ουσία το βιβλίο αυτό δεν σου μαθαίνει το πώς να γνωρίσεις νέους φίλους και να κάνεις καινούριες παρέες. Ξεκινάει με το βασικότερο – δηλαδή το πώς πρώτα από όλα πρέπει να τα έχεις καλά με τον εαυτό σου – και στη συνέχεια επικεντρώνεται σε αυτό που λέει ο υπότιτλός του : στο πώς να τα πηγαίνεις γενικότερα καλά με τους άλλους.

Ομολογώ πως τις ημέρες που το διάβαζα είχα ενθουσιαστεί. Συνεχώς γινόμουν κουραστικός στον περίγυρό μου, με το να τους δηλώνω την έκπληξη και τον ενθουσιασμό μου για το βιβλίο αυτό. Χαρακτηριστικά, υποστήριζα πως ο σύλλογος ψυχολόγων θα πρέπει να αγοράσει όλα τα αντίτυπα που κυκλοφορούν, γιατί όσο αυτό το βιβλίο υπάρχει στην αγορά, κινδυνεύει ο κλάδος τους!

Διαβάζοντάς το, είχα την αίσθηση ότι ο Μάθιους έχει μελετήσει εκτεταμένα και σε βάθος τις ανθρώπινες σχέσεις· ότι έχει παρακολουθήσει χιλιάδες στιγμιότυπα από οικογενειακές, φιλικές και επαγγελματικές στιγμές και έχει καταλήξει με ακρίβεια στο τι σκέφτονται, τι αισθάνονται και τι θέλουν οι άνθρωποι μέσα από κάθε συναναστροφή τους.
Εντύπωση μου έκανε η ακρίβεια με την οποία περιγράφει διάφορες συμπεριφορές που όλοι μας έχουμε δει, και παράλληλα –πολύ περιεκτικά και εύστοχα– εξηγεί το πώς θα ήταν προτιμότερο να αντιδρούμε σε διάφορες καταστάσεις έτσι ώστε να έχουμε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο όφελος.

Στο στιλ του Μάθιους μου θύμισε αρκετά τον Πιντέρη, καθώς γράφει άκρως πρακτικά, αποφεύγοντας εντελώς τις αόριστες θεωρίες των συγγραμμάτων και λαμβάνοντας υπόψιν πως όσα δίνονται ως συμβουλές δεν είναι πάντοτε εύκολο να εφαρμοστούν στην καθημερινότητα.
Φυσικά, ένα τέτοιο βιβλίο δεν διαβάζεται άπαξ, αλλά καλό είναι να το διαβάζει κανείς μία στο τόσο, ώστε να μπορέσει να αφομοιώσει και να εντάξει στις διαπροσωπικές του σχέσεις τα όσα περιγράφονται.


Δεν έχει μεγάλη πλάκα η ζωή; Κοιτάζουμε τους άλλους και συμπεραίνουμε ότι τα έχουν όλα. Μας κοιτάνε και συμπεραίνουν ότι τα έχουμε όλα. Ζούμε με τον φόβο των άλλων κι εκείνοι ζουν φοβούμενοι εμάς.


Αν βλέπουμε μόνο τα δικά μας λάθη, περιμένουμε και από τους άλλους να βλέπουν μόνο τα δικά μας λάθη. Επομένως, το δυστύχημα είναι ότι περιμένουμε πάντα να μας απορρίψουν…


Μερικά από αυτά τα πιστεύω τα συντηρούμε συνειδητά και άλλα βαθιά στο ασυνείδητό μας. Αφού τα διαμορφώσουμε, μας κυβερνούν και σπαταλάμε όλη μας τη ζωή για να αποδείξουμε ότι αυτό που πιστεύουμε είναι σωστό. Μερικές φορές καταφέρνουμε να καταστρέψουμε τη ζωή μας, αλλά τουλάχιστον αποδεικνύουμε ότι έχουμε δίκιο!
[…]
Το να έχουμε δίκιο καθίσταται για μας πιο σημαντικό από το να είμαστε ευτυχισμένοι.


Σε τελευταία ανάλυση, ή θα έχουμε την ησυχία μας ή θ’ανησυχούμε για το τι σκέφτονται οι άλλοι. Και τα δύο δεν γίνονται.



Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2016

«Έγκλημα στο χρηματιστήριο» - Τζελίλ Οκέρ

Πριν από κάποια χρόνια είχε πέσει στα χέρια μου το άλλο αστυνομικό του Τούρκου συγγραφέα που έχει μεταφραστεί στα ελληνικά, το «Πτώμα με τα ποδοσφαιρικά παπούτσια». Δεν θυμάμαι πολλά, εκτός από το ότι είχε καταφέρει να με κρατήσει μονάχα για μερικές δεκάδες σελίδες προτού το εγκαταλείψω.

 
εκδ. Καστανιώτη - σελ. 211
μτφ. Στέλλα Χρηστίδου


Ο ιδιωτικός ντετέκτιβ, Ρεμζί Ουνάλ, αναλαμβάνει την παρακολούθηση μιας κοπέλας που εργάζεται σε χρηματιστηριακή εταιρεία. Λίγες ώρες μετά την έναρξη της παρακολούθησης, η κοπέλα πυροβολείται μέσα στη μέση του δρόμου και ο Ουνάλ θα πρέπει να βρει το τι μυστικά κρύβονται πίσω από αυτό που θεωρητικά θα ήταν μια απλή δουλειά ρουτίνας.

Διαβάζοντας το  «Έγκλημα στο χρηματιστήριο», κατάλαβα γιατί είχα παρατήσει το προηγούμενο μυθιστόρημα του Οκέρ, και ο λόγος δεν είναι άλλος από τον τρόπο γραφή του. Και εξηγούμαι : το θετικό είναι μεν ότι η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη (άρα και αρκετά ζωντανή), αλλά η όλη εξιστόρηση πρωταγωνιστή είναι τόσο αχρείαστα λεπτομερής και με μια διαρκή (δήθεν) ειρωνική διάθεση που καταντάει πολύ κουραστική και ενοχλητική. Χαρακτηριστικά, σε μερικά σημεία σκεφτόμουν πως στην ουσία ο ίδιος ο συγγραφέας χαλάει την ιστορία του, φρενάροντας συνεχώς τον ρυθμό με την -εν πολλοίς- ανούσια αφήγηση του Ουνάλ.
Η πλοκή είναι έξυπνη και βασίζεται σε κάποιες καλές ιδέες, αλλά στο σύνολο δεν είναι καθόλου δουλεμένη. Οι ωραίες ιδέες του Οκέρ δεν επεκτάθηκαν· έσπειρε υποψίες εδώ κι εκεί, αλλά δεν έφτιαξε την δαιδαλώδη πλοκή που θα κάνει ένα αστυνομικό μυθιστόρημα να είναι γεμάτο και χορταστικό.

Ολοκλήρωσα την ανάγνωση κάπως ψυχαναγκαστικά, απλώς και μόνο για να έχω μια άποψη για την γραφή του Οκέρ, άποψη η οποία και είναι αρνητική. 


Τρίτη, 19 Ιουλίου 2016

«Οι καταζητούμενες» - C.S. Forester

Στο πρώτο μισό του προηγούμενου αιώνα, μια τριαντάχρονη γυναίκα, η Μάρτζορι, ζει (συμβιβασμένη) με τον άντρα της και τα δυο παιδιά τους στα προάστια του Λονδίνου. Η ζωή της είναι από αδιάφορη έως δύστυχη και θα γίνει ακόμα χειρότερη όταν η αδερφή της βρίσκεται νεκρή και η Μάρτζορι υποπτεύεται πως ο άντρας της  κρύβεται πίσω από αυτό.


εκδ. Μεταίχμιο - σελ. 321
μτφ. Αλέξης Καλοφωλιάς


Αδιάφορο ανάγνωσμα, ένα μυθιστόρημα χωρίς εμφανή σκοπό από τον συγγραφέα, χωρίς αρχή-μέση-τέλος, χωρίς κορυφώσεις και εντάσεις και με ένα απογοητευτικό τέλος

Οι πρώτες διακόσιες σελίδες κυλούν πολύ αργά, με ελάχιστους διαλόγους και με συνεχείς περιγραφές των εσωτερικών σκέψεων των χαρακτήρων· όλα αυτά μας γνωρίζουν κάπως τους ήρωες αλλά δεν καταφέρνουν να κάνουν την ιστορία πιο ενδιαφέρουσα και δεν προκαλούν καμία αγωνία. Έπειτα, φαίνεται πως ο ρυθμός πάει να επιταχύνει και η πλοκή να γίνει πιο ιντριγκαδόρικη, αλλά η απογοήτευση γρήγορα δίνει τη θέση της στην προηγούμενη αδημονία.

Κατ’επίφαση (ψυχολογικό) θρίλερ, με αργό ρυθμό και άκρως προβλέψιμη εξέλιξη, δεν είναι σε καμία περίπτωση το ανάγνωσμα που θυμάσαι – ακόμα και μετά από λίγες ημέρες.


Στο δικό μου αντίτυπο, οι σελίδες 98, 99, 102, 103, 106, 107, 110, 111, 114, 115, 118, 119, 122, 123, 126, 127 δεν είχαν εκτυπωθεί.


Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2016

«Ψωμί, παιδεία, ελευθερία» - Πέτρος Μάρκαρης

Ναι, ο Μάρκαρης ακολουθεί μια μανιέρα. Όλα του τα βιβλία με ήρωα τον αστυνόμο Χαρίτο είναι γραμμένα με τον ίδιο τρόπο. Ξέρεις ακριβώς τι θα διαβάσεις : πολύ γρήγορη αφήγηση, καθόλου περιττές περιγραφές και σάλτσες που απλώς γεμίζουν σελίδες, έξυπνες ατάκες, συνεχής αναφορά σε δρόμους και συνοικίες της Αθήνας, κριτική ματιά στα κακώς κείμενα της ελληνικής κοινωνίας.

 Αυτή η μανιέρα μπορεί να δημιουργεί ένα μοτίβο που από κάποιο σημείο και μετά ίσως και να κουράζει λίγο, αλλά από την άλλη είναι ακριβώς αυτή που κάνει τα βιβλία του Μάρκαρη να είναι ο ορισμός της λέξης page-turner. Για αυτό και διάλεξα το τρίτο μέρος της «Τριλογίας της Κρίσεως» για να βγω από ένα αναγνωστικό τέλμα, στο οποίο είχα πέσει.


εκδ. Γαβριηλίδης (2012) - σελ. 323


Πρώτες μέρες του 2013 και η Ελλάδα έχει εγκαταλείψει το ευρώ, επιστρέφοντας στην δραχμή. Η οικονομική κατάσταση είναι πολύ δύσκολη και ο λαός είναι σε απόγνωση. Οι πληρωμές του δημοσίου αναστέλλονται και η οικογένεια του αστυνόμου –όπως οι περισσότεροι Έλληνες– σφίγγει κι εκείνη το ζωνάρι. Μέσα στην τραγική κατάσταση της χώρας, άτομα της γενιάς του Πολυτεχνείου δολοφονούνται το ένα μετά το άλλο.

Η αστυνομική πλοκή είναι πιο αδύναμη σε σχέση με τον γνωστό Μάρκαρη. Όπως είχα ξαναγράψει, η «Τριλογία της Κρίσεως» είχε ως σκοπό να αποτυπώσει την δύσκολη κατάσταση της χώρας και των Ελλήνων, αλλά  διαπιστώνω πως αυτό έγινε κάπως εμμονικά από τον συγγραφέα.
Μιλά για την γενιά του Πολυτεχνείου, που ένα μέρος της πάτησε πάνω στην αντιστασιακή δράση για να «βολευτεί», ενώ ασχολείται αρκετά και με την ακροδεξιά (που τότε, το 2012) ήταν σε άνοδο.
Όμως τα έκανε κάπως άκομψα. Για πρώτη φορά είδα διαλόγους του Μάρκαρη που να μην είναι απολύτως φυσικοί· σε ορισμένα σημεία οι χαρακτήρες μιλούσαν μόνο και μόνο για να πουν αυτά που ήθελε ο συγγραφέας, λες και είχε έτοιμες τις φράσεις και μετά έπρεπε να βρει οπωσδήποτε τρόπο να τις παραχώσει μέσα στην πλοκή!

Συνολικά, μια ευκολοδιάβαστη ιστορία, που λέει αυτά που είχε εξαρχής σκοπό να πει, αλλά ως εκεί.



Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...